porcupine colors

porcupine colors

ΑρχικήJournal › The nostalgia factory

The nostalgia factory

Στο δρόμο προς τη Σαχάρα

Ξεφύλλιζε το τελευταίο τεύχος του Μπλεκ. Ήξερε από ποια ιστορία θ’ αρχίσει στο τέλος, όμως κάθε φορά του άρεσε να βλέπει στα γρήγορα όλο το περιοδικό. Η μάνα του του φώναξε από την κουζίνα: "Το φαι είναι έτοιμο. Ακόμα αυτά διαβάζεις; Μεγάλωσες πια". Δεν ήξερε αν η μάνα του είχε δίκιο. Μάλλον είχε. Στα 16 σου έχεις μεγαλώσει. Αλλά ακόμα σε παίρνει να φέρεσαι και σε κάποια πράγματα σαν μικρός. Έβαλε το Μπλεκ στην κωλότσεπη και βγήκε έξω. “Δεν πεινάωâ€, φώναξε περνώντας από το διάδρομο, “πάω έξωâ€. Πέρασε μέσα από την κουρτίνα με τις λωρίδες που είχαν ζωγραφισμένες πάνω τους διάφορα σχέδια των Ίνκας. Ή των Αζντέκων. Ποτέ δε θυμόταν. Θυμόταν μόνο ότι τις είχε φέρει ο Τάκης από το Μεξικό σε ένα από τα ταξίδια του εκεί. Βγήκε έξω. Στο βάθος του δρόμου είδε τον Ανδρέα στο ποδήλατο. “Πάμε στη Σαχάρα;†του πέταξε. “Κάτσε να πάω την εφημερίδα σπίτι κι έρχομαιâ€, απάντησε ο Ανδρέας που γυρνούσε από το περίπτερο κάθε μέρα τέτοια ώρα που έρχονταν οι εφημερίδες. Η Σαχάρα ήταν το ανεπίσημο όνομα της πίσω παραλίας, που ήταν όλη άμμο. Μάλλον όμως δεν είχε επίσημο όνομα. Η παραλία ήταν μονίμως άδεια γιατί δεν είχε ούτε ένα δέντρο και ο ήλιος σε βαρούσε κατακέφαλα. Κυρίως όμως γιατί δεν υπήρχε πρόσβαση με το αυτοκίνητο. Ποιος οικογενειάρχης περπατούσε κάτω από τον ήλιο ένα τέταρτο (αφού ανέβει ένα λόφο με το αμάξι) με τα μπαγκάζια στα χέρια και τα παιδιά να κλαίνε από την καυτή άμμο για να βρεθεί σε μια άδεια παραλία; Κι ας ήταν απέραντη. Η παρέα βέβαια δεν κολλούσε σε τέτοια. Με τα ποδήλατα ανέβαιναν το λόφο που ξεκινούσε με σχοίνα και κακοτράχαλες πέτρες και κατέληγε σε ένα δασάκι από πεύκα στην κορυφή του. Με τον ίδιο τρόπο έφτανε στη θάλασσα από την άλλη μεριά. Δύσκολη διαδρομή ακόμα και για τα BMX που είχαν βγει στους δρόμους σαν σαλιγκάρια αυτήν την περίοδο. Πάντως όσοι κάναν τη διαδρομή θα έπρεπε να αρχίζουν να κατηφορίζουν προς το χωριό πριν σουρουπώσει. Το βράδυ ήταν αδύνατο να κατέβεις το λόφο χωρίς φώτα. Ο Ανδρέας γύρισε μετά από πέντε λεπτά. “Έχεις;†τον ρώτησε, χωρίς να δώσει άλλες εξηγήσεις. “Ναιâ€. Ξεκίνησαν μαζί κάνοντας τη συνηθισμένη κόντρα στο δρόμο. Ο Ανδρέας ήταν ο καλύτερός του φίλος. Από την αρχή, εδώ και τρία καλοκαίρια, του έκανε εντύπωση γιατί ήταν ο μόνος που τον καταλάβαινε, ακόμα και μέσα στη φασαρία της παρέας, χωρίς αυτός να χρειαστεί να μιλήσει.

Στο λόφο

Όταν έφτασαν στην κορυφή του λόφου είχαν αρχίσει να ζαλίζονται από τον ήλιο. Σταμάτησαν κάτω από ένα δέντρο και ξεκαβάλησαν. Αυτός έσκυψε κάτω από τη σέλα. Ανάμεσα από το σίδερο της σέλας και το μαξιλαράκι τράβηξε το πακέτο. OLD NAVY μαλακό, γιατί αυτή τη μάρκα είχε ακούσει ότι κάπνιζε ένας στο ραδιόφωνο που του άρεσε η μουσική που έβαζε. Τον άκουγε κάθε βράδυ Παρασκευής και Σαββάτου από τις 12 έως τις 2. Έβαζε μια μουσική απόκοσμη, σχεδόν εξωγήινη. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήταν, αλλά ήταν αδύνατο να κλείσει το ραδιόφωνο πριν να πέσει το σήμα του τέλους. Στην Αθήνα όλα αυτά. Γιατί τώρα στις διακοπές δεν έπιανε. Άναψε ένα τσιγάρο κι άφησε το πακέτο δίπλα στον Ανδρέα να πάρει κι αυτός. Πήρε. Στην πρώτη ρουφηξιά προσπαθούσαν πάντα να βγάλουν τον καπνό από τη μύτη. Συνήθως δεν τα κατάφερναν. Πνίγονταν από τον καπνό και στην αρχή έβριζαν. Μετά όμως άρχιζαν να κοροϊδεύουν ο ένας τον άλλο και η επιχείριση τελείωνε με γέλια. Αυτή τη φορά ο Ανδρέας όμως το είχε αναπάντεχα σοβαρέψει: - Τι θα κάνεις; - Δεν ξέρω. Τι θα κάνω με τι; - Άστα αυτά. Ξέρεις. Εννοώ με τη Χριστίνα. - Αφού ρε συ δεν την έχεις δει πως κοιτάει τους μεγάλους; Οι μεγάλοι ήταν όντως ένα πρόβλημα. Όλες οι κοπέλες της παρέας έμοιαζαν σαν να κάνουν παρέα με τους “μικρούς†από υποχρέωση. Πάντα κάτι τις ενοχλούσε σε αυτούς. Πάντα έβρισκαν κάτι που οι μεγάλοι το έκαναν καλύτερα. Αυτούς πήγαιναν κι έβλεπαν να παίζουν μπάλα, αυτούς χάζευαν όταν περνούσαν με τα μηχανάκια, αυτούς ήθελαν να τις πηγαίνουν στο μπαρ το βράδυ. Κι αυτοί πάντα πήγαιναν με κάποιες άλλες, μιλούσαν για κάποιες άλλες, ήθελαν κάποιες άλλες, κάποιες άλλες εκτός από αυτές. Γιατί αυτές ήταν μικρές. Τόσο απλό και τόσο άλυτο ήταν το θέμα. Κι αυτοί τι, πόσο μεγάλοι να ήταν, ζήτημα ήταν να τους έριχναν 2-3 χρόνια. Αλλά δεν έχει σημασία. Ήταν μεγάλοι.

Η Χριστίνα

Κανείς δεν ήξερε πως ακριβώς ήταν αυτό το κορίτσι. Μπορεί να ήταν μυστήρια επειδή ερχόταν κάθε καλοκαίρι με τη μάνα της και κανένας δεν ήξερε τι είχε γίνει ο πατέρας της. Μπορεί γιατί απέφευγε να κάνει τα γνωστά σπαστικά που μόνο τα κορίτσια κάνουν. Δεν είχε σημασία, ήταν διαφορετική. Του άρεσε που, ανάμεσα σε όλους τους άλλους, κι αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει. Και μάλλον ήταν ο μόνος που αυτό τον γοήτευε. Οι υπόλοιποι της παρέας συνήθως δεν ασχολούνταν. Αυτός όμως προσπαθούσε να την καταλάβει. Δε γινόταν. Τη μια στιγμή ήταν σαν αγρίμι, αδύνατον να τη φέρεις με τα νερά σου. Γελούσε, φώναζε κι έδειχνε να κλείνει μέσα της όλη την ελευθερία του κόσμου. Σαν να την είχε πάρει απ’ όλους τους άλλους και να την είχε κάνει για πάντα δική της. Ζήλευε αυτή την ελευθερία. Του φαινόταν αδύνατη και ήθελε να μάθει πως γινόταν να υπάρχει. Την άλλη στιγμή ήταν σιωπηλή. Καθόταν μόνη της στην παραλία και αδιαφορούσε για το τι γίνεται γύρω της. Σε αυτό έμοιαζαν πάντως. Όταν σκεφτόταν τη Χριστίνα περνούσε μια ιδέα από το μυαλό του λέει: Ότι έχουν περάσει χρόνια κι αυτή κάθεται πάντα σε αυτή την παραλία. Τα κύματα στο μεταξύ έχουν φάει τα βράχια, έχουν αλλάξει όλο το τοπίο. Τον περιμένει να έρθει. Αυτός πάλι έχει φύγει για ένα ακόμα ταξίδι. Της υπόσχεται ότι είναι το τελευταίο. Κι εκείνη κάθεται στην άμμο και τραγουδάει και τον περιμένει. Τον επανέφερε η φωνή του Ανδρέα: - Εγώ σου λέω ότι η Χριστίνα σε γουστάρει. Ούτε μια φορά δεν έχει πει όχι σε ό,τι έχεις προτείνει ή ζητήσει ή δεν ξέρω τι. - Εγώ σου λέω ότι είσαι μαλάκας. Ούτε να την πλησιάσω δε με αφήνει. - Αφού είμαστε κι εμείς κοντά. Δοκίμασες καμιά φορά να βρεθείτε μόνοι σας; Κότα, ε κότα! Δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο Ανδρέας μπορεί να είχε και δίκιο. Ή μάλλον ήθελε. Αλλά αυτό τον φόβιζε κιόλας.

Με τα ποδήλατα στην άμμο

Είχαν φτάσει σχεδόν στη μέση του τσιγάρου όταν άκουσαν από μπροστά κι αριστερά τους ένα σύρσιμο. Σήκωσαν το κεφάλι τους να δουν. Δεν είδαν τίποτα. Δεν πέρασε ένα λεπτό και ξανάκουσαν το σύρσιμο. Τότε είδαν το κεφάλι της οχιάς να βγαίνει μέσα από τις πέτρες. Σηκώθηκαν σαν τρελοί και ανέβηκαν στα ποδήλατα. Χωρίς να συνεννοηθούν, δε χρειαζόταν, άρχισαν να κατεβαίνουν το λόφο από την αντίθετη μεριά, αυτή που οδηγούσε στη θάλασσα. Δηλαδή σε σίγουρο αδιέξοδο. Στην κάθοδο το πόδι του Ανδρέα πιάστηκε σε κάτι θάμνους κι άρχισε να ματώνει. Ούτε που τον ένοιαζε. Σε δύο λεπτά είχαν κατέβει όλο το λόφο. Λαχανιασμένοι πιο πολύ από το φόβο και λιγότερο από την τρεχάλα, έφτασαν σ’ εκείνο το σημείο που η άμμος έχει αρχίσει να νοτίζεται από το νερό. Μόνοι τους κάτω από τον ήλιο και με το δρόμο να απέχει ένα λόφο μακριά δεν είχαν ιδέα πώς θα γύριζαν πίσω. Από αριστερά δεν είχε τίποτα - μόνο βράχια. Από δεξιά η παραλία ήταν μεγάλη. Στο τέλος της οδηγούσε σε ένα κομμάτι γης που έμπαινε μέσα στη θάλασσα, αλλά κι εκείνο ήταν βραχώδες. Πίσω από αυτό το κομμάτι γης ήταν η συνηθισμένη παραλία του χωριού με τα βότσαλα. Με τα ποδήλατα να σέρνονται στην άμμο, έπρεπε να τα σέρνουν. Όχι και ό,τι πιο εύκολο με τόση ζέστη. Προχωρούσαν αμίλητοι. Αυτό το "κότα" που του είχε πετάξει ο Ανδρέας σε άλλη περίπτωση θα ήταν αφορμή για τσακωμό. Όμως τώρα δεν είχε καμία διάθεση να τσακωθεί. Ίσως επειδή μπορεί και να είχε δίκιο.

Ο βράχος του Sandro

Σιγά σιγά η άμμος έδινε τη θέση της στις πέτρες και μετά στα βράχια. Κάποια στιγμή σήκωσαν τα κεφάλια τους. - Ρε συ αυτός εκεί κάτω δεν είναι ο βράχος του Sandro; ρώτησε ο Ανδρέας. Ο Sandro ήταν ένας θρασύτατος ιταλός πιτσιρίκος, που πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, ήταν στην ηλικία των ίδιων κι ερχόταν κάθε καλοκαίρι στο χωριό. Κρατούσε η μάνα του από Ελλάδα, ενώ η οικογένεια είχε μετακομίσει μόνιμα στο Παλέρμο. Ένα απόγευμα ο Sandro μπροστά σε ένα τσούρμο αλητάκια πήδηξε από αυτό το βράχο για να κάνει τη συνηθισμένη του μόστρα. Μόνο που δεν υπολόγισε καλά και πήγε με το κεφάλι στον πάτο. Έμεινε στον τόπο. - Ναι, αυτός. Εδώ που φτάσαμε όμως τι γίνεται; Πώς θα γυρίσουμε πίσω; - Εγώ από το δασάκι δεν ξαναπάω. Βάλε το ποδήλατο στον ώμο να περάσουμε έτσι τα βράχια. Μια κουβέντα ήταν αυτό. Τα βράχια ήταν και δύσβατα και απότομα. Μια πάνω μια κάτω. Τα ποδήλατα τα έσερναν πίσω τους και οι ακτίνες από τις ρόδες σφηνώνονταν στα εξωγκώματα. Σε κάποιο σημείο ο βράχος κοβόταν στα δύο και συνεχιζόταν δέκα μέτρα παραπέρα σαν να έχει κόψει κάποιος με ένα τεράστιο μαχαίρι μια φέτα γης. Η θάλασσα από κάτω τουλάχιστον άλλα τόσα μέτρα μακριά. Αδιέξοδο. - Πηδάμε; - Είσαι τρελός; Θα σκοτωθούμε! - Εγώ λέω να πηδήξουμε. - Και τα ποδήλατα; - Και τα ποδήλατα. - Εγώ θα γυρίσω πίσω, είπε ο Ανδρέας. Αν σκουριάσει το BMX από τα νερά, δε θα ξαναβγώ έξω για ένα χρόνο. Άσε που δε θέλω να πάω όπως ο Sandro. - Εγώ θα πηδήξω. Για μια στιγμή του φάνηκε ότι ήταν μόνος του απέναντι σε όλο τον κόσμο. Ότι όλοι τον κοιτούσαν και περίμεναν να βρει με το κεφάλι του το βράχο όπως ο ιταλιάνος. Ακόμα κι ο Ανδρέας έκανε πίσω. - Άμα τη βγάλεις καθαρή, θα πας να μιλήσεις στη Χριστίνα, του είπε με την πλάτη στραμμένη ο Ανδρέας. - Χα - Στοίχημα!

Κάτω από το νερό

Και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του ακούστηκε ένας ασυνάρτητος θόρυβος από το ποδήλατο που έπεσε πρώτο. Ακολούθησε ο ήχος του σώματος που πέφτει στο νερό από ψηλά. Ο Αντρέας κοιτούσε αποσβολωμένος. Όση ώρα έπεφτε έκλεισε τα μάτια και τα ξανάνοιξε λίγο πριν συναντηθεί με το μπλε. Δεν ένιωσε τίποτα. Στο νερό του φάνηκε να μένει κάποιες ώρες μέχρι να σταματήσει να κατεβαίνει. Ή μήπως ήταν μέρες; Είδε τον εαυτό του να καπνίζει για πρώτη φορά σε ένα σκοτεινό και υγρό υπόγειο, εκεί που μαζεύονταν στην Αθήνα τα Σαββατόβραδα ακούγοντας μουσική με πολύ θόρυβο. Η κάθοδος συνεχιζόταν. Μετά βρέθηκε να περπατάει δίπλα στο αεροδρόμιο ξημερώματα μέχρι να αρχίσουν να περνάνε τα λεωφορεία να τον πάνε σπίτι. Τα φωτάκια των διαδρόμων μπλε χωρίς να τελειώνουν πουθενά. Ένιωσε την πλάτη του να βρίσκει βυθό. Όχι βράχια, αλλά άμμο και να μένει εκεί άλλο τόσο. Άρχισε να ανεβαίνει. Το σκηνικό άλλαξε και είδε μπροστά του τη Χριστίνα. Χαμογέλασε, αν μπορεί κάποιος να χαμογελάσει στο νερό μετά από τέτοια πτώση. Σκέφτηκε ότι θα ήθελε να σταματήσει για λίγο να ανεβαίνει για να συνεχίσει να τη βλέπει. Μετά θυμήθηκε το στοίχημα. Όταν έφτασε στην επιφάνεια είδε το ποδήλατο λίγο πιο πέρα να περιμένει. Το πέρασε από το λαιμό του και κολύμπησε προς την άλλη άκρη των βράχων.

Boys of summer

Το βράδυ γύρω στις 10 μαζεύτηκαν όπως πάντα δίπλα στην παλιά προβλήτα. Η άμμος ήταν ακόμα ζεστή από τον ήλιο της ημέρας. Η παρέα όλη εκεί, ακόμα και τα κορίτσια. - Πώς και είστε όλες εδώ; είπε σαρκαστικά ο Ανδρέας. Δε σας παίζουν οι μεγάλοι; - Είναι η τελευταία σας ευκαιρία, απάντησε η Φανή, που κάτι τέτοια περίμενε ν' ακούσει για να πάρει μπρος. Κι εκεί που πήγαινε να γίνει χαμός, ο Μάκης έσωσε την κατάσταση. Εβγαλε από την τσάντα που κουβαλούσε στην πλάτη μπύρες. Τις είχε κλέψει ως συνήθως από το πίσω ψυγείο της ταβέρνας του χωριού. Η παρέα με τη μία ξανάγινε παρέα. Ο Ανδρέας έβγαλε το τρανζιστοράκι του πατέρα του από την κωλότσεπη κι αυτός μοίρασε τσιγάρα σε όσους κάπνιζαν. Σε όλους δηλαδή. Αυτά ήταν τα υλικά και τα καύσιμα για τα βράδια τους. Δε χρειάζονταν τίποτ' άλλο. Έβαλαν το ραδιόφωνο στο μοναδικό σταθμό που δεν έπαιζε ελληνικά. Τρεις — τέσσερις ήταν όλοι κι όλοι που έπιαναν. - Το ξέρω αυτό, πέταξε κάποιος. Είναι το Boys of summer. Σαν να φωσφόρισαν τα μάτια της Χριστίνας στην μπλούζα του. - Πάλι μαύρα φοράς; γύρισε και του είπε. - Δεν έχω άλλα χρώματα, της απάντησε σαν να ήθελε να πει κάτι στα γρήγορα να ξεμπερδεύει — κι ας φορούσε σκούρο μπλε. - Πότε θα βάλεις ένα ανοιχτό χρώμα; του γύρισε πίσω την απάντηση. - Πάμε πιο πέρα; της είπε και έπιασε την κάφτρα από το τσιγάρο του να τρέμει μαζί με το υπόλοιπο χέρι. Του φάνηκε σαν αιώνας μέχρι να ακούσει κάτι. Σαν να ξανάπεφτε δέκα φορές μαζί από το βράχο του Sandro. - Πάμε. Προσπάθησε να μη φωνάξει, να μην τρελλαθεί από τη χαρά του. Προσπάθησε ακόμα και να μη χαμογελάσει. Σχεδόν τα κατάφερε. Είδε τον Ανδρέα να έχει πιάσει αυτό το σχεδόν μη-χαμόγελο και κατάλαβε ότι κατάλαβε. Σηκώθηκε, άρπαξε δύο κουτάκια μπύρες και χωρίς να πει τίποτα άρχισε να απομακρύνεται μαζί της. Από πίσω άκουσε τη φωνή του Ανδρέα να φωνάζει: - Στοίχημααααα.
------------------------------------------------------------------- Όλες οι φωτογραφίες βρέθηκαν από το Flickr και είναι ελέυθερες προς χρήση κάτω από την άδεια Creative Commons. Ακολουθούν τα links για την κάθε μία: http://www.flickr.com/photos/lapstrake/2400245595/ http://www.flickr.com/photos/odieresis/3601246029/ http://www.flickr.com/photos/chuckthephotographer/2190311607/ http://www.flickr.com/photos/wailysis/2526186274/ http://www.flickr.com/photos/gordonmac/386887889/ http://www.flickr.com/photos/jphilipson/476627480/ http://www.flickr.com/photos/brightsea/3706135903/sizes/l/ http://www.flickr.com/photos/jamesgrayking/504287463/

Γιατί αυτό το post έχει διαφορετικό design από το υπόλοιπο website; Αν διαβάζεις από τον Feed reader σου, μπες και δες το design του.

To Journal

Επιστροφή στην κεντρική του Journal.

Ενα απο τα Projects μας

Myst

MYST

Ανάπτυξη e-shop στην online πλατφόρμα Shopify

Σχεδιάζουμε κι αναπτύσσουμε websites & apps που κερδίζουν. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι τα έργα μας είναι ελκυστικά, προσεγμένα και εξελίσσονται με το χρόνο. Το πιο σημαντικό: είναι κερδοφόρα για εσάς. Γιατί αν τα καταφέρετε εσείς, νικάμε όλοι.

Οι δύσκολες μέρες της Microsoft, η Apple και η Google Το WriteRoom και το γράψιμο